Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΗΣ ΧΑΒΙΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΗΣ ΧΑΒΙΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.11.16

Σσσσ...σσσς (του Στρατή Χαβιαρά)




Είναι και πάλι τόσες του μηνός, στο μεσιανό διάζωμα της νύχτας κι ο χρόνος στην κλεψύδρα του όσο και ο καιρός, ξυλιάζουν λασπωμένοι. Και είναι η νύχτα ανάμεσα σε δυο ημερών σιαγόνες: η μια παγιδευμένη και η άλλη αμφίβολη, από κείνες που κάποτε ξυπνούσε κανείς πριν τα χαράματα για μακρινό ταξίδι – καβάλα σε μουλάρι αν ήταν τυχερός, κι αν άτυχος σε σκεπασμένο φορτηγό ή τρένο που καίει κάρβουνο, τα βαγόνια αμπαρωμένα, σκοτεινά.  

Και στα μισά της έκτης στη σειρά ξεδοντιασμένης νύχτας, κουρέλια από την κούραση και την αγρύπνια, ξεριζωμένοι από εχθρικά και φίλια πυρά, ανεπιθύμητοι από χώρα σε χώρα, πρόσφυγες στη γη του πουθενά, περιμένουν να ανοίξουν τα σύνορα. 

Ο πατέρας, η δωδεκάχρονη κόρη του και ο πιο κοντινός τους εδώ, ένας ακόμη άντρας που έχασε τους δικούς του στο πέρασμα – κι έχασε τη φωνή του, είναι ανάμεσα στους 260-τόσους νοματαίους της νέας αυτής φουρνιάς, τους στριμωγμένους τώρα όπως όπως σε αντίσκηνα από δεύτερο χέρι, έτσι που ο καθένας δε μπορεί παρά να υπομένει τα χούγια, τις οσμές και τα κουσούρια του άλλου. 

Εδώ κι εκεί μες στο σκοτάδι βήχας, βογκητό, τα κλάματα ενός παιδιού από κρύο ή πείνα, και πιο κοντά οι θόρυβοι του ταραγμένου ύπνου: μουρμούρα, παραμιλητό, ξύσιμο από φαγούρα απλυσιάς, πορδές, στριφογυρίσματα από πλευρό σε πλευρό, το απότομο τράβηγμα κάποιου σκεπάσματος που είναι μικρό για δύο. 

Ο ύπνος, αν σε πάρει, είναι ρηχός με όνειρα πνιγμού ή πολέμου, το τέλος του ύπνου μ’ ένα απελπισμένο ανακάθισμα χωρίς τοίχο να ακουμπήσεις τη ράχη.  

Έτσι ανακαθισμένος ο πατέρας θρηνεί στα σκοτεινά τον πατέρα, τη γυναίκα του και το μικρό του γιο, κι έτσι ο μουγκός τους δικούς του. 

Έξαφνα ο πατέρας νιώθει το χεράκι της κόρης του να τον αγγίζει σαν να θέλει να του πει κάτι. Αν υπήρχε λίγο φως, η έκφραση των ματιών της θα τα έλεγε όλα, σκέφτεται σκουπίζοντας τα μάγουλα του. Πεινάς; τη ρωτάει κι ας μην έχει μείνει ψίχουλο απ’ τα παξιμάδια που είχαν μοιράσει κάτι εθελοντές. Όταν ο μουγκός σηκώνεται να βγει ψαχουλευτά για την ανάγκη του, σκοντάφτοντας πάνω σε άλλους, η μικρή ψιθυρίζει, Μπαμπά, πόσο καιρό τον ξέρεις;

Αδύναμα, σαν να χρειάστηκε να σκάψει στη μνήμη του, της αποκρίνεται, Μα τελευταία νομίζω, όπως κι εσύ, κι έπειτα τη ρωτάει πάλι αν πεινάει.

Πιο πολύ νυστάζω, εκείνη, η φωνή της ισχνή. Τι ώρα να είναι άραγε; Και ο πατέρας την ακούει να στρώνει το χαρτόνι της στο χώμα και να πέφτει, ακουμπώντας το κεφάλι στο διπλωμένο μπράτσο της.  

Πιο πέρα απ’ το κορίτσι και τον άλλο ακούγεται το αγκομαχητό μιας ηλικιωμένης γυναίκας και η φωνή κάποιου γέρου που της φωνάζει να σωπάσει.  

Νιώθοντας τα βλέφαρα του να βαραίνουν πλαγιάζει κι ο πατέρας, γυρισμένος στην κόρη του, ελπίζοντας σύντομα να πάρει ο ύπνος και τον μουγκό, εξαντλημένος καθώς θα ’ναι από το κλάμα του. Όταν νωρίτερα τον είχε ρωτήσει πώς έχασε τη φωνή του, κατάλαβε ότι είχε χάσει και την ακοή. Σίγουρα όμως κάτι θα έπιασαν οι άλλες του οι αισθήσεις – κάποια δόνηση, μπορεί ακόμα και το χνώτο του πατέρα που τον παρηγορούσε, οπότε άρχισε να κλαίει γοερά βγάζοντας μέσα απ’ το λαρύγγι του αλλόκοτες, σπαρακτικές κραυγές.

Οι μόνοι που δεν έχουν χάσει κάποιον στους βομβαρδισμούς ή στο ναυάγιο του φουσκωτού, είναι αυτοί που χάθηκαν πρώτοι.  Ο πατέρας του πατέρα έχει θαφτεί στα ερείπια της πόλης, η γυναίκα κι ο μικρός του γιος στο βυθό. Το κορίτσι έχει πάψει να κλαίει. Μέσα της θα πιστεύει πως η μάνα κι ο μικρός της αδερφός έχουν σωθεί. 

Ο πατέρας προσπαθεί να ανατρέξει το χρόνο, την πορεία τους από νύχτα σε νύχτα, από βροχή σε βροχή, να ανατρέξει τα κενά που έχει αφήσει ο φόβος στο μυαλό του, πότε σφαλίζοντας τα μάτια στα ξεβρασμένα πτώματα, πότε βουλώνοντας τα αυτιά στων ζωντανών τις φωνές. Από που είχαν ξεκινήσει και πότε ακριβώς με αυτό το τσούρμο των ξεριζωμένων; Τί συντρίμμια σκαρφάλωσαν κι άφησαν κάτω απ’ τα  χαλάσματα τον άρρωστο παππού, κάτω απ’ τα κύματα τη νέα γυναίκα και το γιο του; Και για πού είχανε ξεκινήσει ελπίζοντας στο όνομα του Θεού να βρούνε καλύτερα; 

Όμως η δεύτερη του περιπλάνηση στα πνιγμένα από βλάστηση μονοπάτια της μνήμης χωρίς ούτε ένα σταυροδρόμι στον ορίζοντα, δεν είναι λιγότερο εξαντλητική απ’ την πορεία τους την ίδια που τώρα αγωνίζεται να χαρτογραφήσει στο νου του, φοβούμενος πως και  τα ίχνη τους έχουν σβηστεί. 

Νιώθει να λυγίζει σαν βέργα από μολύβι κοντά στη φωτιά και κάτι πάει να σκιρτήσει στο στήθος του ή πιο βαθιά στην καρδιά, εκεί που κι η αγάπη για τη δουλειά βρίσκει στέγη – σιδεράς; Φαναρτζής; Με πυρωμένο κολλητήρι, καλάι και μολύβι συγκολλούσε ποτιστήρια, κουβάδες, κάθε λογής τενεκεδένια σκεύη. Όμως με τί εργαλεία και τί υλικά θα μπορούσε τώρα να αρμολογήσει τα συντρίμμια του σπιτιού, του σπιτικού του, να φέρει πίσω – πίσω πού; στην ξενιτιά; – τους  χαμένους.

Αγωνίζεται να μην κοιμηθεί πριν πάρει ο ύπνος τον μουγκό, αλλά θα είχε γλαρώσει μερικά λεπτά, γιατί έξαφνα πετάγεται, ακούγοντας την κόρη του να μουρμουρίζει κάτι και την ίδια στιγμή το χέρι του άλλου να κινείται από κει που το είχε. Θα πλάγιασε κι εκείνος, σκέφτεται ο πατέρας, αλλά από το ρυθμό της ανάσας του καταλαβαίνει ότι δεν τον έχει πάρει ο ύπνος. 

Όσο κι αν ο πατέρας παλεύει να μείνει άγρυπνος, ο αγώνας του, φοβάται, είναι μάταιος. Σκέφτεται να παραχωρήσει τη θέση του στη μικρή, παίρνοντας τη δική της, όμως από την άλλη του πλευρά κοιμάται αγκαλιασμένο ένα νέο ζευγάρι και δεν του φαίνεται σωστό για ένα ανήλικο κορίτσι να πλαγιάζει δίπλα τους. 
   
Σκέψεις περνάνε απ’ το μυαλό του στην τυραννία της νύστας. Νιώθει να σβήνει και είτε το ονειρεύεται είτε όχι, ακούγοντας ακόμα μια φορά το κορίτσι να μουρμουρίζει στον ύπνο της κάτι σαν διαμαρτυρία, απλώνει το ελεύθερο χέρι του αλλά ανατριχιάζει όταν συναντά το χέρι του μουγκού. Τι γίνεται εδώ; Χαϊδεύει τα μαλλιά της πιστεύοντας μέσα στον ύπνο του πως είναι το δικό του παιδί; Ή έχει απλώσει το χέρι του έτσι τυχαία; 

Ψαχουλεύει να βρει πόσο κοντά στη μικρή έχει συρθεί το κορμί του μουγκού, αλλά ησυχάζει διαπιστώνοντας ότι η απόσταση ανάμεσα τους δεν έχει λιγοστέψει. Κι έπειτα, όταν έσπρωξε το χέρι του άλλου, σα να τον άκουσε να κάνει εκείνο το χαρακτηριστικό ήχο του ενοχλημένου στον ύπνο του και κάπως ησυχάζει πως είναι εντάξει ο άνθρωπος.  

Δεν αντέχει. Ανασηκώνεται, αλλά σύντομα καταρρέει στο ίδιο παγωμένο πλευρό. Για να μην αποκοιμηθεί πιέζει τους δείκτες των χεριών κάτω απ’ τα αυτιά του ώστε ο πόνος να παρατείνει την εγρήγορση του. Αλίμονο, εκεί που νομίζει πως ελέγχει τα πράγματα, ακούει τα αναφιλητά του μουγκού και ξυπνάει. Και τώρα είναι η μικρή που πλησιάζει ακόμα λίγο προς το μέρος του, ίσως για να απομακρυνθεί από τον άλλο κι ο πατέρας προσπαθεί να της κάνει χώρο σπρώχνοντας το αγκαλιασμένο ζευγάρι. 

Ανασηκώνεται με δυσκολία, γλιστράει στα πισινά του και σβήνει, το αποστεωμένο του κορμί ξαναπέφτει στο έδαφος. Και την επόμενη στιγμή ακούει το σπαρακτικό κλάμα και τεντώνει το χέρι να παρηγορήσει τον άνθρωπο, αλλά και πάλι πιάνει το μπράτσο του μουγκού, ετούτη τη φορά να είναι περασμένο στη μέση της κόρης του αγκαλιάζοντας την, σφίγγοντας την επάνω του, μυρίζοντας την, σπαρταρώντας, βρέχοντας το λαιμό της με δάκρυα. 

Η μικρή κοιμάται σαν να μην αισθάνεται τίποτα, σκέφτεται ο πατέρας, και ταραγμένος προσπαθεί να ανοίξει τα μάτια του αλλά δε μπορεί. Σπρώχνει το χώμα με τα χέρια για να σηκωθεί, το κορμί του είναι μολύβι ασήκωτο. Αγωνίζεται να ανοίξει το στόμα του να μιλήσει στο κορίτσι, δεν έχει φωνή, δεν έχει καν στόμα. Και το χέρι του όταν πάει να την ταρακουνήσει είναι παράλυτο. 

Θα είναι ακόμα οι τόσες του μηνός κι ακόμη αργά, λίγο πιο πάνω από το μεσιανό διάζωμα της νύχτας όταν, μπορεί από διαίσθηση, το δωδεκάχρονο κορίτσι αναριγεί, σαλεύει, ανασηκώνει το κεφάλι και για μια στιγμή μένει έτσι ακίνητη σαν να πασχίζει να διακρίνει τον πατέρα, και του κάνει Σσσς, σσσς – για να ησυχάσει πάλι, ξεκουράζοντας το κεφάλι στο μπράτσο της.  

Στρατής Χαβιαράς

27.10.16

«Θου» (διήγημα του Στρατή Χαβιαρά)


Εν αρχή ην ο πόνος. Nα αρθρώσει κανείς την κραυγή,  να βγει λόγος.

Πράξη πρώτη, η Θου αγωνίζεται, πλάθει λάθη.

Πράξη δεύτερη, πασχίζει να στήσει κάτι, να του φυσήξει πνοή, να το αναστήσει.

Πασχίζει. Πάσχει. Η Θου δεν ξέρει πώς να το κάνει να στέκεται όρθιο. Της χαλάει, της πέφτει. Εδώ μισόγιομο, εκεί χωλό. Το στήνει από τη μια, σωριάζεται απ’ την άλλη. Το πλέκει ως το λαιμό, της ξηλώνει στη μέση. Το γεμίζει μπροστά, της αδειάζει από πίσω. Το Χρηστάκη μου, βρίζει.

Σκίζει ρούχα, δοκιμάζει υλικά, πλάθει χέρια, πλάθει πόδια ψαχνά και κλειδώσεις, πλάθει λάθη.

Μαρκέλα! Μιμείται  τη μάνα της. Πλύνε τα χέριασ’ κι έλα δες αν είμαι ακόμα δώθε. Μα δεν υπάρχεις δεν υπάρχεις εσύ, απαντάει, δεν υπάρχεις.

Πιάνει λάθη, ο πηλός δε λέει να στρώσει, λιπόσαρκα χέρια μεταφέρουν στο πλάσμα κουσούρια με φτερά σαν τα δικά της. Στον καθρέφτη του τοίχου κλέβει ματιά απ’ το άγριο μασκαριλίκι της και κρύβει με λάσπη στο χέρι το πρόσωπο.

Έλα ’δω εσύ, μιλάει στο πλάσμα και το γδύνει, καθαρίζει τα σύρματα του σκελετού, ψάχνει πένσα. Το χέρι της ρευματικό πιάνει ακόμα. Με μικρότερα κομμάτια από σύρμα συνδέει και σφίγγει κλειδώσεις. Είναι πολλές. Πού θα μου πάει, λέει.

Η Θου κουτσαίνει ως την πίσω αυλή, ποια αυλή, χωματερή, τσακίζει με τα δόντια της σπόρους. Με το μάτι ζυγίζει σκαφίδι αφημένο απίστομα. Η ζυγαριά γέρνει αλλού: γαβάθα από λεπτό βαθουλωμένο αλουμίνιο. Την ξεπλένει. Τρεις χούφτες χώμα. Μισή άχυρο. Χύνει νερό, ζυμώνει. Στο σουρωμένο στόμα της σάλια και βόγγοι ασύμφωνοι, τσόφλια από σπόρους. Ζυμώνει το χαρμάνι, με την ποδιά της το σκεπάζει να ανέβει.

Μαρκέλα, ποιος κάποιος κρούει τη θύρα μας; Μπα, ο αέρας θα ’ναι, ο πιο κάποιος κανένας μας, απαντά η Θου.

Σκουπίζει τις παλάμες στο στήθος της, ψάχνεται, πού βυζιά. Βάζει την ίδια βρώμικη ποδιά, γεμίζει τα κενά, ντύνει τα σύρματα.

Μυρίζει το σκοτάδι ένα γύρο της, οσφραίνεται σύγχυση. Κάτι της λέει το πλάσμα θα σκοντάψει πριν καν σταθεί κι ας δουλεύουνε καλύτερα οι κλειδώσεις. Τραβάει τα μαλλιά της να τα ισιώσει, βάζει λάσπη, δεν ισιώνουν με τίποτα, το Χρηστάκη μου, φτύνει.

Ποιο Χρηστάκη μωρή, με τη φωνή της μάνας, το σ’χωρεμένο;

Η Θου κάνει έτσι να ξύσει ένα μαμούνι απ’ το πηγούνι, τα μάγουλα της λασπωμένα γεμάτα λειχήνες και το χέρι ακόμα γεμάτο πηλό στον αέρα μετέωρο. Να το περάσει ή να μην στα κωλομέρια ανάμεσα, να του πλάσει κι ένα πέος, δυο τρεις όρχεις. Το πλάσμα στο χέρι της ψόφιος κοριός, τα τρωτά του εκλιπαρούν ενορχήστρωση.

Αν επιμείνει κι άλλο θα λυγίσει το σύρμα στα όργανα, το πυρίτιο του πηλού θα αντιδράσει χημικά στη συνοχή του αργίλιου, θα λιγοστέψει η πλαστικότητα του. Και η ανάφλεξη του πυριτίου θα τινάξει ακόμα και τη φαγούρα των χεριών της στο ταβάνι – ποιο ταβάνι, αυλακωτές λαμαρίνες.

Ο νους της Θου τρέχει πιο γρήγορα απ’ τα πόδια της που εδώ είναι χέρια. Η κίνηση με γνώμονα το μάτι περνάει στο πλάσμα της αναλογίες υφής και το πλάσμα λίγο – λίγο αρχίζει να γίνεται πράγμα, να θυμίζει ανθρωπάκι. Πλην όμως το πυρίτιο στον πηλό προσβάλει το λαιμό του σαν ίωση και το σύρμα αγκυλώνει χέρια πόδια και μέση το ίδιο δυσκίνητα. Της ανεβαίνει το αίμα να βροντήξει το πράγμα στον τόπο του – χους ει και εις χουν. Το Χρηστάκη μου, βρίζει, τα τσόφλια στο στόμα της διπλάσια απ’ τους σπόρους που τρώει. Μάνα δεν ημπορώ.

Μαρκέλα! – σαν τη μάνα της. Βογκάει, βγαίνει στην αυλή με τους σπασμένους τσιμεντόλιθους και τις σαμπρέλες για μάντρα, ψάχνει να στρίψει τσιγάρο, πού καπνός. Ξαναπιάνει δουλειά. Γδύνει το σύρμα το ξεπλένει και παίζει με τα δάχτυλα ένα ποδοβολητό ώσπου να της στεγνώσει. Πιάνει πένσα, χαλαρώνει μια – μια τις κλειδώσεις. Φτιάχνει καινούργιο μείγμα από ένυδρο πυριτικό αργίλιο (Al2O3.2SiO3.2H2O), ρίχνει ίνες φυτικές για ενίσχυση.

Άντε πάλι να γεμίσει τα κενά στα συρμάτινα πλαίσια, να σκεπάσει και το σύρμα το ίδιο, να στρώσει επιφάνειες. Το ανθρωπάκι μικρό όχι μόνο σε κλίμακα αποκτά μάζα κι αναλογίες: κεφάλι κορμί χέρια πόδια αρμονικά, διαστάσεις εφήβου. Και αμέσως η Θου σκέφτεται α, ένα όνομα. Όμως όσο αυθόρμητα της έρχεται τόσο βίαια το βγάζει απ’ το μυαλό της – ακόμα δε γεννήθηκε, John. Το αφήνει στην πέτρα να στεγνώσει, εκείνο γέρνει, διπλώνεται, σπάζει. Μάνα γιατί με.

Εσένα δε σε γέννησα! Με έχεσες, λέει η Θου.

Πιάνει πένσα ξανά προτιμά την τανάλια. Κόβει σύρματα, πλέκει σταυρούς, σφίγγει συνδέσεις, ο πηλός στο μεταξύ έχει πήξει. Από το πρώτο κιόλας χέρι το χαρμάνι χρειάζεται αραίωμα. Στο μεταξύ το ανθρωπάκι στεγνώνει κι αυτό, η νέα επίστρωση δένει καλύτερα. Κάτι πάει να γίνει. Στα συρμάτινα μαλλιά του βάζει λάσπη, τα ισιώνει, θέλει πολύ να της μοιάζει. Το χαϊδεύει, το αφήνει στην πέτρα. Της έρχεται έμπνευση να μπήξει καρφίτσα στο στήθος του και μέσα απ’ την καρδιά της περνάει σουβλιά και ουρλιάζει. Πουτάνας γιε, φωνάζει.

Μαρκέλα! – η μάνα. Άντε πηδήξου, η Θου. Το μωρό μου τσιρίζει. Δώσ’ του βυζί. Πού να το βρω. Βαλ’ το στο λίκνο κούνα το. Ποιο λίκνο; Το κουνάω, δε λέει να ξεραθεί. Βαλ’ το στο φούρνο να ψηθεί. Και ας το να φύγει.

Η Θου σηκώνει το ανθρωπάκι της, το κανακεύει, ψάχνεται για βυζί. Μάνα, μου βγήκε αόμματο, έχει θυμό, με βαράει στα μούτρα. Ε, βάρα το κι εσύ. Δεν ανασαίνει, μπλάβιασε, λες να ’ρθε η ώρα του; Βάφτισε το πριν πάει αποκεί που ’ρθε, οι παπάδες θα το στείλουν αδιάβαστο. Τι να το βγάλω, Κωνσταντίνο; Ιωάννη; Μιχαήλ; Ευστράτιο; Οι κακοί μας οι καιροί ξαναφέρνουνε στη μόδα το Κώστα και το Γιάννη το Μιχάλη το Γιώργη. Βγαλ’ το Στρατή, ποιος ξέρει. Και λες να μάθει να γράφει; Σου είπα, ποιος ξέρει. Κι αν δε μάθει; Πόσοι διαβάζουνε σήμερα; Μη χολοσκάς, το σήμερα είναι νύχτα. Εγώ σου λέω αμόλα το. Αμόλα το κι ας φύγει.

Να το βγάλω Quintus, ειν’ η πέμπτη μου προσπάθεια για αγόρι – λάθος; Quintus Curtius Rufus. Ή Septimus, το τελευταίο απ’ τα εφτά κοιμισμένα παιδιά, εκειό που ξενυχτάει. Ακόμα δε γεννήθηκε, Septimus. Αμάν αυτή η ξενομανία, έλεος πια. Μάνα κι εσύ Ρωμιά. Εγώ Ρωμιά, εσύ Ρωμά, το μπάσταρδο Κινέζος.

Να το βγάλω Γιώργο Μάλαμα, μήνα και καζαντίσει; Και δεν το βγάνεις Παρασκευά; Κυριάκο Κυριακάτικο κι ας είναι της Δευτέρας; Ή να το βγάλω στο βουνό και να το βγάλω Άρη; Νύχτα σελώνει τ’ άλογο, νύχτα το – ας το μωρέ νυχτιάτικα, καλύτερα να φύγει, μήνα το φάνε οι δικοί μήνα και το σκοτάδι.

Μα είναι κουτσό. Μα είναι τυφλό. Είναι άλογο, παράλογο, ελαττωματικό – δεν ξέρω να το φτιάξω καλύτερο.

Γι’ αυτό σου λέω. Τι μου λες. Σου λέω ας το να φύγει.

Κοίτα το μάνα, κοίτα το. Αμ’ έπος, αμ’ έπος. Πότε έμαθε να περιπατεί, να τρέχει σα δραπέτης! Στοχεύει στο παράθυρο κι είναι μπροστά στην πόρτα. Λες να λακίσει το άτιμο – κούτσα την κούτσα Λούης;

Την πόρτα, την εξώπορτα, μπορεί να την ανοίξει;

Πήγε να δει ποιος έρχεται, μην έρχεται ένας κάποιος – όχι δε έρχεται ένας ποιος ούτε κάποιος κανένας.

Την πόρτα την ανοίγει; Πες. Αν θέλεις να κρατήσεις το, ας το σου λέω να φύγει.

Στρατής Χαβιαράς

11.9.16

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ του Στρατή Χαβιαρά


Στην πεζούλα κάτω απ’ το πλατάνι, αξύριστα σαγόνια ακουμπισμένα στα μπαστούνια, τα μπαστούνια στις πέτρες: πέντε έξι αμίλητα γερόντια βυθισμένα στα χρόνια τους. 

Ήταν αυτό τον περασμένο Αύγουστο έξω απ’ το σπίτι με την ξέθωριασμένη επιγραφή Καφενείον αντίκρυ στο πλατάνι. Στα σκαλιά αγόρι κουρεμένο με την ψιλή, παντελονάκι κοντό με τιράντες, πέδιλα σκονισμένα, κρατάει μικρό βιβλίο.

Απέναντι, στο παγκάκι της στάσης, γυναίκα στην ηλικία της μάνας του, διαβάζει. Κοντά καστανά μαλλιά, σκούρα μπλούζα, σκούρα φούστα, μαύρο καλσόν. Ρίχνει ματιά στο ρολόι της, διαβάζει με γυαλιά ηλίου. Το δικό της βιβλίο τετράπαχο. 

Το παιδί την κοιτάζει. Αν είναι συντοπίτισσα θα έλειπε χρόνια στην Αθήνα. Πες ότι γύρισε για κάποιο μνημόσυνο. Πλάι στα πόδια της Σαββατοκύριακος σάκος. Το παιδί την κοιτάζει. Τη γυροφέρνει με το βλέμμα του ώρα. Πάνω στο πλατάνι σπουργίτια, ώρα της δεύτερης και τελευταίας σύναξης της μέρας. 

Νιώθοντας το βλέμμα του, η γυναίκα σηκώνει το δικό της από το βιβλίο, τον πιάνει. Πώς σε λένε, του φωνάζει, η φωνή της φάλτσα σαν να μην είχε μιλήσει όλη μέρα.

Ορφέα.

Τίνος είσαι;

Το αγόρι σηκώνεται, πλησιάζει, διστάζει, χαμηλώνει το βλέμμα. Του Γιάννη του λαουτάρη, λέει, μόλις που ακούγεται.

Ένας σπουργίτης προσγειώνεται πλάι στη γυναίκα, της κάνει τσίου σαν να της ζητάει ηλιόσπορους. Τον διώχνει χαστουκίζοντας τον αέρα.

Η μαμά σου;

Νιώθει στο βλέμμα της σωματική έρευνα. Με το δικό του πιάνει κάτι που πάει να πάρει σχήμα στο στόμα της αλλά το χάνει. Τα χείλη της προσέχει είναι λεπτά και σκασμένα.

Η μά σου; Σαν ηχώ.

Συχωρεμένη.

Γιατί με κοιτάς έτσι; του λέει.

Ο μικρός σηκώνει τους ώμους. Το απογευματινό αεράκι του χαϊδεύει τα αυτιά.

Τα μάτια σου είναι κόκκινα, συνεχίζει η άλλη. Τόσο πολύ διαβάζεις;  

Αυθόρμητα ο μικρός τα σκουπίζει. Κοίταζα τα γόνατα σου... H φωνή του βραχνή μόλις που ακούγεται. Κοίταζα εκεί που οι κάλτσες τσιτώνουνε και μισοφαίνεται το δέρμα.

Η γυναίκα χαμηλώνει τα γυαλιά πάνω στη μύτη της, μετράει το μπόι του. Μπα; Μπορεί και να μην είναι κόκκινα απ’ το διάβασμα.  

Κοίταζα και πώς τα ακουμπάς το ένα με τ’ άλλο, λίγο αντικριστά και πώς τα τρίβεις το ένα με τ’ άλλο – τα γόνατα.

Κρυμμένη πάλι πίσω απ’ τα γυαλιά της η γυναίκα ανέκφραστη, αν και πάνω απ’ τα μαλλιά της φυσάει μια ιδέα, ανασηκώνοντας τα πιο γκρίζα.  

Έτσι παίζουνε μουσική τα τριζόνια όλη νύχτα, συνεχίζει ο μικρός. Τρίβουν τα γόνατα. 

Αυτό δεν το είχα ακούσει. Ποιος στο είπε;

Η συχωρεμένη. Έτσι διαλέγουνε οι τριζόνες τους μνηστήρες τους, μου είπε, με τη μουσική που παίζει ο κάθε αρσενικός στο φεγγάρι. Όταν μιανής της αρέσει η μουσική του, πάει κοντά του και τρίβουνε τα γόνατα τους μαζί – ώσπου να βγει ο ήλιος.

Ε, για να το είπε η συχωρεμένη κάτι θα ήξερε, κάνει η άλλη. Και ο μπαμπάς μουσικός.

Παίζει το λαούτο σε γάμους. Προχθές τα τριζόνια χαλάγανε τον κόσμο με τις μουσικές τους. Το βράδυ όμως έπεσε ψύχρα και ξυλιάσανε – πολύ πριν προκάνουνε να τα βρούνε μεταξύ τους, να ζευγαρώσουνε. 

Όλα τα ξέρεις.

Τα σπουργίτια ήρθανε μετά. Ήταν ένα τριζόνι που έπαιζε τόσο διαφορετικά, τόσο ωραία όλη νύχτα και δεν πήγαινε καμιά.  

Σιγά. Εσύ έχασες τη μάνα σου, για το τριζόνι κόφτεσαι; 

Το τριζόνι ήταν άνθρωπος, κατηγορηματικά και κομπιάζει. Κανένας άλλος δεν το κατάλαβε, ανεβάζει τη φωνή του.  Ούτε οι παππούδες, ούτε οι παπάδες, ούτε οι δάσκαλοι – και ξεσπάει σε κλάματα.

Για δες, ετούτο εδώ θα πλαντάξει, μουρμουρίζει η γυναίκα.

Ούτε εσύ καταλαβαίνεις, συνεχίζει εκείνος με αναφιλητά. Ούτε εσύ που τα τρίβεις και τα τρίβεις, και δεν έρχεται κανένας κοντά σου, της φωνάζει και σωπαίνει, σαν να τρομάζει με αυτό που ξεστόμισε. 

Το ίδιο και η άλλη. Άναυδη, κοιτάζει τα γόνατά της. Ακόμα και τα σπουργίτια παύουν να ακούγονται. Οι γέροι εκεί, στο βυθό τους. Όταν ακούγεται πάλι η γυναίκα, η φωνή της έχει αλλάξει: Όχι, μην το λες. Κάποτε ήρθε και σε μένα. Ήρθε. Με βρήκε. Αύγουστος ήταν; Σεπτέμβρης; Τριζόνα θα την έλεγες. Και όπως είπες, από κοντά έπεσε ψύχρα. Χειρότερα: Παγωνιά. Και η τριζόνα μου ξύλιασε. Πάει. Καλοκαίρι σου λέει ο άλλος, Αύγουστος.

Ποια τριζόνα; αλλάζει χρώμα κι η φωνή του παιδιού.

Αμίλητη, μοιάζει σκεφτική πίσω απ’ τα γυαλιά της. Και το αεράκι σηκώνει τα μαλλιά της μια ιδέα στις άκρες. Τι διαβάζεις εκεί; του λέει ξαφνικά, σαν να θυμήθηκε. 

Το αγόρι της δείχνει το βιβλίο: Η Μεταμόρφωση.    

Στα λεπτά, σκασμένα χείλη της μια μικρή σύσπαση: Του Σωτήρος; Και νεύοντας ισιώνει τη φούστα της, ρίχνει μια βιαστική ματιά στο ρολόι και του λέει, εμπιστευτικά, Να κάθεσαι φρόνιμα, ακούς;

Το αγόρι χαμηλώνει ακόμα μια φορά το βλέμμα του στα γόνατα της:  
Κι εσύ – μόλις που ακούγεται.
    

Στρατής Χαβιαράς

3.8.16

O Σκάρος (διήγημα του Στρατή Χαβιαρά)


Το παπούτσι μπορεί να ξέρει περισσότερα απ’ όσα το πόδι.
G.C. Lichtenberg

H Beverly από το Beverly της Μασαχουσέτης ανηφόριζε τρέχοντας την Ισαύρων όπως κάθε πρωί στις 7, από τη Ζωοδόχου Πηγής έως την Ασκληπιού συν διακόσια τόσα σκαλιά μέχρι τη Σαραντάπηχου ή αλλιώς Περιφερειακό Λυκαβηττού, καίγοντας το αλκοόλ από το προηγούμενο βράδυ στο Χίλτον, το γειτονικό Steak Room, ή το R.I.P speakeasy της Κανάρη, όπου τακτική πολιτική ομήγυρη οι διαχρονικοί Σάιρους, Κέιτ και Νικ με τους καλοθελητές δορυφόρους φίλα προσκείμενοι με την εφτάχρονη στρατιωτική φαγούρα στην εξουσία. Τους ανακύκλωνε στο νου της από χούι και μετά, κατεβαίνοντας, τους άφηνε σκαλί σκαλί στα μετόπισθεν δίχως γνώμη ή σκασίλα, εστιάζοντας στο πρόγραμμα και τις επαφές της ημέρας.

Πιο κάτω, ανάμεσα Δαφνομήλη και Νικηφόρου Ουρανού σταματούσε να πάρει ανάσα, αφήνοντας το βλέμμα να πλανηθεί στο μικρό παράθυρο που δεν ήταν παράθυρο λίγο πιο χαμηλά από τα σκαλιά που πατούσε, ημιυπόγειο διαμέρισμα Ισαύρων 11Α.

Μόνο ένα πρωί Σαββάτου τον πήρε το μάτι της, μια σκιά φευγαλέα ή αντανάκλαση ανάμεσα στα επίμονα λευκά της πικροδάφνης με την αντηλιά από κάποιο τζάμι πολυκατοικίας. Ήταν ή δεν ήταν ο Σκάρος, ήταν ή δεν ήταν το απόγευμα που ετοίμαζε αποσκευές για την πτήση του στην Κυρήνεια, που όπως υπέθετε η Beverly δε θα ήταν για πολύ πια Κυρήνεια.

Αναπάντεχα, εκείνη τη στιγμή άκουσε να τρίζει και είδε ν’ ανοίγει προς τα μέσα το μικρό παράθυρο που έμοιαζε πιο πολύ με φεγγίτη και κάτι να γυαλίζει ανάμεσα στα φύλλα – κανάτι ήταν; – κι ένα χέρι να ποτίζει τα γεράνια κάτω απ’ το περβάζι, στο στενόμακρο παρτέρι του δήμου.

Τώρα βρήκες να αδειάσεις το ουροδοχείο σου; του είπε μέσα της να τον πειράξει κι εκείνος δίχως να σηκώσει το κεφάλι απάντησε, Σα να το ’ξερα πως θα περνούσες.

Η Beverly τίναξε τα μαλλιά της να το διώξει.

Πρώτη φορά που χαμογέλασε με τη γνωριμία του ιδρώτα του ήταν το απόγευμα όταν πέρασε πλάι της σκοτεινιασμένος με προορισμό μια ευτραφή κυρία μέσης ηλικίας στο Désirée της Δημοκρίτου μεταξύ Σούτσου και Σόλωνος. Μαμά του; Βρες άκρη. Όταν όμως δυο τραπεζάκια πιο πίσω ένιωσε το βλέμμα του να περνάει ξυστά, κόβοντας την, η Beverly ήξερε πως δε θα αργούσε να βρει μέσες άκρες.

Είχαν κλείσει κοντά δυο χρόνια από την εξαφάνιση του Duong στον υγρό λαβύρινθο του Μεκόνγκ κι από τότε δεν είχε ρίξει δεύτερη ματιά σε αρσενικό. Το όνομα του, «Καρπερός» στα Βιετναμέζικα, δεν ήταν τυχαίο. Για τους ακροατές στο National Public Radio, τα ρεπορτάζ του από τη γραμμή του πυρός θα άφηναν εποχή  στη ραδιοφωνία των ΗΠΑ, λίγο πολύ όπως άφησαν και τα φιλιά του στα χείλη της, στο κορμί της.

Από άλλον, κάποιον αδέσποτο ξερόλα περίμενε η Beverly να πάρει αναφορά στο Désirée κι άλλον κατέληξαν να καταγράφουν οι αισθήσεις κι ο τεχνικός εξοπλισμός της: Μαυριδερός, ψηλόλιγνος, «spindly» θα τον περιέγραφε ο LeCarre, είχε μια αύρα που χαστούκιζε τις αισθήσεις της πέρα απ’ τις όποιες καλοκαιρινές φερομόνες του. Μιλάμε για Μάιο 1974 όταν γυρόφερνε την όψη του ένα επίμονα αναποφάσιστο σούρουπο ψιθυρίζοντας στη Beverly «Επικίνδυνος», ή «Αντιστασιακός», στη νοηματική «Παρακρατικός», ή ίσως δρομέας μυστικής υπηρεσίας όπως η υπερατλαντική «Εταιρία» που γοργοπόδιζε την ίδια στην Αθήνα, ή ακόμα κι η τοπική θυγατρική της Εταιρίας, η ΚΥΠ.

Λανθασμένη αίσθηση ή άρνηση να διακρίνει με ακρίβεια; Ίσως είχε τη μύγα: Όταν έπαιξε τη μικροκασέτα της στιχομυθίας του με τη μεσήλικα γυναίκα στο Désirée, «Ηoly,» αναπήδησε, πώς της ξέφυγε; «Δημοσιογράφος».

Ένα τηλ. απ’ το περίπτερο κι ο αχερένιος της στη Γενική Ασφάλεια συνόψισε: Η γυναίκα, «Συγγραφεύς». Τρίκερι. Παλιά ψαροκασέλα, παροπλισμένη. Ανακυκλώνει μαρξιστικά τσιτάτα για ανερχόμενα (αναρριχώμενα) υβρίδια στον ημερήσιο τύπο. Το περί ου ο λόγος (Ιωάννης Σκάρος του Θεοδώρου): Διαβασμένο, πανταχού παρών, γραφίδα σκληρή νούμερο 4, Βήμα. Συνοδοιπόρος. Υπόσχεται μέλλον.

Αλλά ποιος είχε μέλλον σε μια Αθήνα που δε θα άφηνε ποτέ το παρόν; Ποτέ χωρίς αίματα; Η Beverly έκλεισε, πήρε άλλο αριθμό.

«Business or pleasure, my dear;” ήθελε να μάθει η Κέιτ.

Fucking nosy, double-crossing bitch, έβρισε μέσα της εκείνη και στην ίδια, «Know ye: curiosity kills».

«No, shit.» Η Κέιτ ακουγόταν πιωμένη.

Η Beverly θα την παραπλανούσε χωρίς να ξεστρατίσει απ’ την αλήθεια: «Το δεύτερο», απάντησε, «αλλά διά ροπάλου απόρρητο. Πόσο τον ξέρεις»;

«Λίγο, όπως όλοι: Ανέραστος. Αγέλαστος. Δαρμένος. Dry».

«Dry!»

Αλλά ποιος είχε μέλλον σε μια Αθήνα που δε θα άφηνε ποτέ το παρόν; Ποτέ χωρίς αίματα;

«Και άκαπνος. Sorry, Meg,» έκανε μια προσπάθεια να σοβαρέψει η Κέιτ και αναφέρθηκε στην έρευνα και τα ρεπορτάζ του Σκάρου που αναβαθμίστηκαν με τον καιρό – για τους Τουρκοκυπρίους στην περιοχή της Κυρήνειας, πιο πρόσφατα για τους Πομάκους της Ξάνθης και τις κινήσεις των Τούρκων να τους προσεταιριστούν. «I warn you, though,» άλλαξε τόνο, χωρίς ωστόσο να προλάβει να ολοκληρώσει.

«Θα λάβουμε την προτροπή σας σοβαρά υπόψιν,» την ειρωνεύτηκε η Beverly και πήρε το Σκάρο στο Βήμα. Έλειπε. Άφησε το τηλ. τού σπιτιού της να την πάρει εκείνος.

Τον συνάντησε στου Zonars. «Margaret Alcorn, US News and World Report,» του σύστησε το επαγγελματικό της άλλοθι.

«Γιατί με παρακολουθείτε;» o Σκάρος ανέκφραστος πίσω από ένα ζευγάρι αδιαπέραστα Polaroid. Φορούσε μαύρα: πουκάμισο, παντελόνι, παπούτσια.

Καθόλου απίθανο και μαύρο εσώρουχο, σκέφτηκε η Beverly.

«Désirée, Τετάρτη 28 Μαΐου, 7:15 μμ.» συνέχισε εκείνος και παρήγγειλε στο σερβιτόρο που περίμενε, «Νερό».

Όπως πολλοί Έλληνες, οι λεπτοί φοράνε μαύρα για να δροσίζουν λέει το φως στο άμεσο περιβάλλον τους, οι γεμάτοι για να βυθίζουν το στομάχι τους στη σκιά, θυμήθηκε η Beverly και παρήγγειλε βότκα και τόνικ.  Έπειτα στράφηκε σ’ εκείνον. «Impressed,» τον παραδέχτηκε κι αμέσως άλλαξε θέμα. «Μιλάω και ελληνικά, είπε. Ξέρεις, σπασμένα, ξανακολλημένα»… Φορούσε Meiko Aalto batique, μπόλικα στη μέση, το ίδιο διακριτικό μακιγιάζ, το ίδιο άρωμα Charlie by Revlon όπως στο Désirée. Το είδωλο της στα γυαλιά του την έδειχνε πρόωρα αναπαλαιωμένη.

«Ελληνο-»

«Τρίτη γενιά. Σικάγο».

«Γιατί στην Αθήνα; Tι ψήνεται»;

Τoν κοίταξε. Γάτα, τον παραδέχτηκε, ο νους του στο σαργό. Ξερόβηξε να ξεκινήσει σωστά την επόμενη μη απάντηση. «Tο Désirée ήταν τυχαίο», μίλησε χαμηλόφωνα, «είχα να συναντήσω έναν περιφερόμενο ξερόλα. Με έστησε. Όταν σε είδα τον ξέγραψα. Ξέγραψα πολλά που με απασχολούσαν. Θα σου μιλούσα, αλλά δεν ήσουν μόνος. Σ’ έψαξα μετά. Πού να φανταστώ πως είσαι στο συνάφι. Ήθελα να σε γνωρίσω. Θέλω ακόμα».

Ο Σκάρος άδειασε το ποτήρι του. Αργά.

Η Beverly κατέβασε το μισό. Τoν κοιτούσε. Eπίμονα. «Αν δε σ’ αρέσουν οι καστανές, υπάρχει λύση,»  αστειεύτηκε. Αν δε με βρίσκεις αρκετά λεπτή, αντέχω στη δίαιτα. Όμως φαντάσου το θόρυβο με δυο σκελετούς στο κρεβάτι.» Περίμενε. Άλλαξε τόνο. «Θέλω να σε γνωρίσω, Σκάρο», επανέλαβε και δείχνοντας του τα χέρια της, «Κοίταξε», είπε «είμαι νέα, επαγγελματίας, αδέσμευτη.  Σοβαρά, τώρα».

«Ένας αδέσμευτος τύπος… Ξέχνα το, πάμε αλλού. Δεν είναι αυτοί καιροί για κλάψε γέλασε. Τι άλλο ξέρεις; Ti ψήνεται; Tο US News and World Report δεν είχε ποτέ μόνιμο ανταποκριτή στην Αθήνα – πώς έτσι τώρα»;

«Παζαρεύεις σα γύφτος», απάντησε η Beverly και κούνησε το κεφάλι δίνοντας του πόντους. «Ειλικρινά, δεν ξέρω». Και ύστερα από σύντομη παύση, «Αλλά και να ήξερα», κι άφησε τρεις αόρατες τελείες να αιωρούνται. Ύστερα βιαστικά, «Γιατί σε λένε Σκάρο, τι όνομα! Και ποιο είναι το όνομα του πένθους σου; Πες».

«Μου αρέσουν οι κολοκυθοκορφάδες. Όπως και στο σκάρο, το ψάρι», απάντησε εκείνος με μια ματιά στο ρολόι του.

«Touché,» χαμογέλασε η Beverly.

«Impasse,» ο Σκάρος, βάζοντας τέλος στη συζήτηση, στη γλώσσα της, και σηκώθηκε.

«Περίμενε. Σου την πέφτω και κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Εδώ οι άντρες με γδύνουν και με τρώνε με τα μάτια τους. Στο δρόμο μού πιάνουν τον κώλο. Είσαι νορμάλ; Είσαι Έλληνας εσύ, ή WASP;»

«WASP»;

«White Anglo Saxon Poustis».

Πλησίασε ο σερβιτόρος θορυβημένος από τα ελληνικά της κυρίας, κοίταζε πότε εκείνη πότε τον άλλο. O Σκάρος έβγαλε να πληρώσει. Δεν ήταν ακριβώς χαμόγελο, κάτι σαν σύσπαση, αριστερά στο κάτω του χείλι. Θα συνέχιζαν άλλη φορά, της είπε.

Της ήρθε να τον φτύσει. Ο πρώτος που θα επικοινωνούσε, έπρεπε τώρα να κάνει κάποια στρατηγική υποχώρηση, υποτίθεται από θέση ισχύος, λογάριασε η Beverly.

Δεν είναι αυτοί καιροί για κλάψε γέλασε

Συναντήθηκαν άλλες δυο φορές. Η μόνη πρόοδος που σημειώθηκε, μια αόριστη συναίνεση εκ μέρους του να συνεχίσουν. Η Κέιτ είχε ένα δίκιο για τον Σκάρο. Φαινόταν δαρμένος. Ήταν σχεδόν ακέραιος. Τσιμπούσε χαλαρά στη διεθνή επικαιρότητα, έμοιαζε να αδιαφορεί για το καρναβάλι των στρατιωτικών, απέφευγε τα προσωπικά. Οι μέρες έφευγαν, η Beverly ετοιμαζόταν να του μιλήσει ανοιχτά, να του γλιστρήσει μια άκρη του νήματος. Έτσι κι αλλιώς η απόρρητη καλούμπα στην τσάντα της είχε ημερομηνία λήξης, διέτρεχε τον κίνδυνο να την ξετυλίξουν τα γεγονότα πριν αμοληθεί ο χαρταετός.

Απόγευμα Δευτέρας τον περίμενε στο Dolce, Σκουφά. Μισή ώρα. Δεν πίστευε τους τύπους που σύχναζαν στα εντάφια βάθη του μαγαζιού, στην καπνιά του. Τον πήρε τηλ στην εφημερίδα. Στο σπίτι. Δεν απαντούσε. Σταμάτησε ταξί.

Ισαύρων 11Α χτύπησε το κουδούνι, ύστερα την παλιά ξύλινη πόρτα τoυ. Ένας λαγός αλαφιασμένος πήδηξε απ’ τις παραφυάδες μιας συκιάς. Ήταν γάτος. Η Beverly κοίταξε στο παράθυρο. Πίσω απ’ το τζάμι μια φευγαλέα φιγούρα ανάμεσα στα φυτά του πεζόδρομου. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Βρήκε το Σκάρο να ετοιμάζει βαλίτσες. Της είπε ότι δεν είχε χρόνο. O Λέων τον έστελνε στην Κυρήνεια. Θα πετούσε το πρωί με την Ολυμπιακή.

Η Beverly ένιωσε να χάνει το χρώμα της. «Ποιος είναι ο Λέων; Ο προϊστάμενος σου»; ψέλλισε, ασθμαίνοντας ακόμα απ’ τα σκαλιά του πεζόδρομου. «Πότε σε ειδοποίησε; Δε θα πας».

Ο Σκάρος την κοίταζε. Της εξήγησε ότι ο διευθυντής του τον έστελνε στην Κυρήνεια για μια νέα σειρά ανταποκρίσεων και δεν τρελάθηκε να μην πάει.

«Α, ναι; Αυτό θα το δούμε. Τι άλλο ξέρει ο Λέων; Ή μιλάμε για διαβολικές συγκυρίες»; Θα πήγαινε μαζί του αν δεν είχε να καλύψει την Αθήνα για το δικό της έντυπο τις επόμενες μέρες. Αλλά η Beverly θα έκανε – και τι δε θα έκανε να τον αποτρέψει. Τον έπιασε απ’ το μπράτσο. «Σοβαρά, Σκάρο, μείνε κοντά μου. Το σόου είναι αλλού», είπε ψέματα.

«Εσύ δεν έχεις τίποτ’ άλλο στο νου σου; Τι εννοείς ‘Αλλού’»;

«Καρσί».

«Δηλαδή».

«Απέναντι: Σελεύκη. Μερσίνα. Άδανα… Rent a car. Rent a Turk. Get the scoop».

Ο Σκάρος την κοίταζε ανέκφραστος.

Τον κοίταξε κι εκείνη. Θυμωμένη. «Παραβιάζω τους κανονισμούς», του είπε, «για να μην πας» και πρόσθεσε, «άδικα». «Μαλάκα», του είπε, «Σκέψου. Η εφημερίδα σου έχει φροντίσει για εισιτήριο, ξενοδοχείο, φωτογράφο – κι εσύ είσαι έτοιμος να πας. Τυφλός στον Άδη».

«Καθησυχαστικό όταν διακεκριμένη δημοσιογράφος, και μάλιστα με proficiency στα νέα ελληνικά, δεν καλλιεργεί αυταπάτες», μουρμούρισε ο Σκάρος και γύρισε στη βαλίτσα του.

«Δεν ξέρω αν είναι ιδιαίτερα κολακευτικό να στο αναγνωρίζει συνάδελφος τόσο συγκρατημένης νοημοσύνης», απάντησε η Beverly, «αλλά για τη λειψή αντίληψη του Σκάρου, υπάρχει η υπερεπάρκεια του Λέων – δεν ακούγεται σωστό, του Λέοντα», είπε και με μια βίαια  κίνηση τον έσπρωξε με το πρόσωπο στον τοίχο, περνώντας χειροπέδες στους καρπούς πίσω απ’ την πλάτη του. Έπειτα τον γύρισε προς το μέρος της. «Μην ταράζεσαι, ‘δε θα σε βιάσω,’ όπως είπε ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στη Φέι Ντάναγουέι, στο ‘Τρεις Μέρες του Κόνδορα’, χα χα χα», έκανε να τον καθησυχάσει. Και καλά.

Ο Σκάρος είχε παγώσει. Όταν βρήκε την ψυχραιμία του είπε «‘The night is young,’ όπως απάντησε η Ντάναγουεϊ στον Ρέντφορντ» – κάνοντας μάταιες προσπάθειες να ελευθερώσει τα χέρια του.

«Tοuché.»

«Impasse,» ανάμεσα στα δόντια του ο Σκάρος και «Εσύ είσαι για δέσιμο. Λύσε με!»

«Αν τα βραχιόλια δε σου φτάνουν και παραείσαι ανήσυχος, έχουμε εδώ και το μικρό», η Beverly κι έβγαλε από τη τσάντα της ένα πλακέ Colt Junior. Έσπρωξε το Σκάρο να καθίσει στον καναπέ και τράβηξε μια καρέκλα απέναντί του. «Look, idioti», πήρε βαθιά ανάσα, ξεφύσησε και του γέμισε τα αυτιά με Βιετνάμ και Λάος, Ισραήλ και Άραβες, Κίσινγκερ και Τουρκιά, μίλησε για κάποιον Ελληνο- Υπαρχηγό Επιχειρήσεων στην Εταιρία κι άλλον ένα λεχρίτη και μισό που ύστερα από δυο, τρία μπάχαλα τον μπατάρισαν στο Βιετνάμ, μα τι τα θες, ο κύβος είχε ήδη πέσει. Είπε και μια δυο αλήθειες για τον εαυτό της. Ήταν καταπονημένη με τις επιχειρήσεις που την έστελναν να αξιολογεί όπου γης και πατρίς. Είχε πάθει και μάθει. Είχε πάρει το ψαλίδι κι έκοψε τα μαλλιά της. Ξόδεψε το πένθος της όλο. Ξεθώριασε τα μαύρα της για το χαμό του Duong. Ήθελε ξανά τη ζωή της. Εντάξει, αισθαντικά κλισέ το ένα μετά το άλλο, τι να πει; Είπε κάτι ακόμα: Εσύ Σκάρο τι τα κάνεις τα πένθη σου όταν ξεθωριάζουν; Τα ξαναβάφεις;»

Αργά τη νύχτα η Beverly πήγε στην τουαλέτα κι έριξε στο πρόσωπο της νερό. Γυρίζοντας πήρε τηλ κι ανέφερε ένα πενταψήφιο αριθμό με  κάτι αρχικά. Σε μισή ώρα στη διασταύρωση Νικηφόρου Ουρανού και Ισαύρων τους περίμενε υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Αμερικανικής Αεροπορικής Βάσης στο Ελληνικό. Όπου και αποχαιρέτισε το Σκάρο μ’ ένα φιλί στο μάγουλο λέγοντας του ότι ο Λέων είχε μόλις αλλάξει τη δημοσιογραφική αποστολή του και μάλιστα με μια μικρή αύξηση μισθού.

Από την τρίτη εβδομάδα του Ιουλίου κάθε πρωί γύρω στις 7 η Beverly από το Beverly της Μασαχουσέτης σταματούσε να πάρει ανάσα μεταξύ Δαφνομήλη και Νικηφόρου Ουρανού αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί στο μικρό παράθυρο που δεν ήταν παράθυρο, λίγο πιο χαμηλά απ’ το σκαλί που πατούσε, στο ημιυπόγειο Ισαύρων 11Α.

Ο Σκάρος είχε καλύψει τον απόπλου των Τουρκικών αποβατικών σκαφών από τη Μερσίνα με προορισμό την Κυρήνεια και η ανταπόκριση του δημοσιεύθηκε στο Βήμα με τις πρώτες ειδήσεις των διεθνών πρακτορείων για την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Οι προσπάθειες της Beverly να τον εντοπίσει τις επόμενες μέρες ήταν άκαρπες. Πέρασε μήνας. Ένα Σάββατο πρωί πήρε το μάτι της μια φευγαλέα σκιά ή αντανάκλαση στο μικρό παράθυρο ανάμεσα στα επίμονα λευκά της πικροδάφνης με την αντηλιά από κάποιο τζάμι πολυκατοικίας. Ήταν και δεν ήταν o Σκάρος


Στρατής Χαβιαράς


(*) H φωτό είναι  έργο του Dan Panosian (Mad Men by ‘Urban Barbarian’)

25.7.16

«Ανεμόεσσα» του Στρατή Χαβιαρά


Σ’ αυτόν εδώ το χώρο που δεν είναι

χώρος έρχεσαι σηκώνεις νοτιάδες

ή ταράζεις τις μέσα μου θάλασσες

εσύ που γδύνεσαι και μπαίνεις στα

βαθιά κι αναδύεσαι ξανά σφριγηλή

ανεμόεσσα κι όταν πας να καθίσεις

αχ τα καθίσματα σε αρπάζουν στα

μπράτσα τους στο χώρο αυτό που

δεν έχει χώμα ούτε νερό έρχεσαι να

σου γράψω και σου γράφω μελάνι

που δεν είναι μελάνι χαρτί που δεν

είναι χαρτί σε φωνάζω Ανεμόεσσα

σφραγίζω το γράμμα να το στείλω

δεν ξέρω αναρωτιέμαι μήπως λείπ

ή πλεονάζει κάτι και θέλει δουλειά

ή ίσως να σου γράψω κάτι άλλο για

τους πρόσφυγες τους μετανάστες

τους άνεργους ή και άστεγους που

δεν είναι πρόσφυγες ή μετανάστες

άνεργοι και άστεγοι αφού σ’ αυτόν

εδώ το χώρο που δεν είναι χώρος

με γη και νερό δε γράφεται τίποτα

με αληθινό μελάνι σ’ αληθινό χαρτί


                                Στρατής Χαβιαράς


Φωτό από έργο του Δημήτρη Σαββίδη

3.7.16

WHAT’S IN A NAΜΕ (νουάρ μικρο-διήγημα του Στρατή Χαβιαρά)


Του Στρατή Χαβιαρά   

Στη Μάνια με το σκοτεινό Nουάρ και την επικίνδυνη αύρα.




                                             Σε καθαρά νερά δεν κολυμπούν ψάρια                                                                                                                                    Tσε Κεν Ταν


«Θυμήσου να ζήσεις», θυμήθηκε ο Makarios (Mac) Haviaras, αντιπρόσωπος Αμερικανικής εταιρίας γεωργικών μηχανημάτων στη Μόσχα, όταν βρέθηκε έγκλειστος στα μπουντρούμια της μυστικής υπηρεσίας των Μπολσεβίκων, Cheka. Ρητό του Γκέτε; του Τιούτσεφ; Δε θυμόταν. Yπόδικος για κατασκοπεία , αφέθηκε ελεύθερος τον Ιούνιο του 1918 χάρις στις ενέργειες του Χέρμπερτ Χούβερ, μετέπειτα Προέδρου των ΗΠΑ.

Ο Haviaras επέστρεψε στην Αμερική αφήνοντας πίσω παράπλευρη απώλεια την ερωμένη του, Μαρίνα Φεοντόροβα, σοφέρ στο γενικό προξενείο των ΗΠΑ.


Sorry, babe, nothing personal.


O ιστορικός F.C. Browne, σε άρθρο του στο Naval Intelligence Personnel Quarterly αναφέρει ότι οι προξενικές αρχές απέλυσαν τη Φεοντόροβα για υποκλοπή εμπιστευτικών εγγράφων, αλλά την επαναπροσέλαβαν ως κοριό στο άντρο της Cheka.


Απ’ το δικό του γραφείο στη Μυστική Υπηρεσία των ΗΠΑ στο Πεόρια, Ιλινόι, ο Mac προσπάθησε να επικοινωνήσει με τη Μαρίνα αλλά οι ανώτεροι του τον επέπληξαν, χωρίς να αναφέρουν ότι εκείνη τον είχε προδώσει στην Cheka, ή ότι πρόσφατα τον είχε καρφώσει και ως «διπλό» των Μπολσεβίκων στη δική του υπηρεσία.


Shit happens.


Το ουίσκι είχε ήδη αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της στη μνήμη του Mac όταν αποβραδίς σημείωσε πώς μεσ’ στη μπόχα από κάτουρο, χυμένη μπίρα και κάπνα στο Subterrestrial του Jessie, διέκρινε ένα ζευγάρι γάμπες να περισσεύουν άλλο τόσο από τον πάγκο και ένα τρίτο προσώπου – τα άλλα δύο κρυμμένα σε μια τούντρα από κατάξανθες μπούκλες. Γέλασε με τον εαυτό του, αλλά εκείνη ανταποκρίθηκε μ’ ένα άνισο, λοξό χαμόγελο που μόνο στη Μαρίνα Φεοντόροβα μπορούσε να ανήκει. Τι στον Βλαντίμιρ Ιλιτς!


Wait, wait, don’t tell me.


Βγήκαν από την πίσω πόρτα, ψαχτήκανε, φιληθήκανε άτσαλα. Δεν ήταν η Μαρίνα που γνώριζε, όχι ακριβώς, αλλά μιλούσε Ρωσικά και θυμόταν τη σαμπάνια, το χαβιάρι και αρκετές λεπτομέρειες απ’ τις ερωτικές τους συνευρέσεις στη Μόσχα. Τι κάνουμε τώρα; Στην τελευταία του σημείωση στις 15 Δεκεμβρίου αναφέρει ότι το ίδιο βράδυ νοίκιασε δωμάτιο στο Red Roof Motel στο πάρκο Siloam Springs, αλλά «sh dn sw up».


Το πρωί ο Makarios (Mac) Haviaras βρέθηκε μπρούμυτα σ’ ένα χαντάκι με παγωμένα λασπόνερα. Στο πάρκο.


Το φύλλο της 17ης Δεκεμβρίου 1919 του τοπικού Chillicothe Times-Bulletin αναφέρει ως αιτία θανάτου κυνηγετικό ατύχημα.


Sry Mc, Sht hpns.




ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στους τηλεφωνικούς καταλόγους των ΗΠΑ υπάρχουν δεκάδες συνδρομητές με το επώνυμο Haviaras. Ο Έλληνας ζωγράφος Πάρις Χαβιάρας ισχυρίζεται πως Χαβιαράς είναι κάποιος που εμπορεύεται χαβιάρι, ενώ Χαβιάρας εκείνος που το τρώει.