Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10.2.17

"Παραμύθια για μεγάλους λίγο πριν τα μεσάνυχτα" από τον Θεοδόση Σπαντιδέα


"Παραμύθια για μεγάλους λίγο πριν τα μεσάνυχτα" 
Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου στις 11 μ.μ. στη Βιβλιοθήκη Ανθός, στο ΦΟΥΓΑΡΟ

Ο βιολόγος Θεοδόσης Σπαντιδέας έρχεται λίγο πριν τα μεσάνυχτα στη Βιβλιοθήκη Ανθός για να μας αφηγηθεί τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών, συνδυάζοντας  την αλήθεια με τον μύθο. Ένα παραμύθι που έγραψε ο ίδιος πριν από χρόνια με τίτλο ΄΄Τα ψάρια που βγήκαν στη στεριά΄΄και συνιστά τη ματιά ενός επιστήμονα και λογοτέχνη όσον αφορά την περίφημη θεωρία του Δαρβίνου!
Μία από τις μεγαλύτερες θεωρίες που διατυπώθηκαν από τον άνθρωπο, ίσως ίσης αξίας με την θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, ήταν η θεωρία της εξέλιξης των ειδών που εκφράστηκε από τον Δαρβίνο. Κάποτε, στην Δεβόνιο περίοδο του Παλαιοζωικού αιώνα (περίπου 360 εκατομμύρια χρόνια πριν από σήμερα), οι ζωικές μορφές κατοικούσαν στην θάλασσα. Από τα περισσότερα εξελιγμένα και περίπλοκα υδρόβια είδη ήταν οι κοιλάκανθοι και οι δίπνευστοι. Το παραμύθι αφηγείται τον τρόπο που τα εξελιγμένα αυτά είδη ψαριών ΄΄κατάφεραν΄΄ με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής να βγουν από το νερό και να επιβιώσουν στη στεριά, της οποίας ήταν και οι πρώτοι ζωικοί έποικοι. Από εκείνο το σημείο, η στεριά πλούτισε με ζωικά είδη, με τον άνθρωπο να είναι ο τελευταίος κρίκος μιας υπέροχης αλυσίδας.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, το ταξίδι στον χρόνο …

17.12.16

Χριστούγεννα κάτω απ΄το δέντρο στην Τρίπολη - «Έτσι κι έγινε»


Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016 (12:00) ΤΡΙΠΟΛΗ, Μαλλιαροπούλειο Θέατρο 
«Έτσι κι έγινε» 
∆ραµατοποιηµένο παραµύθι΄

∆ραµατοποιηµένο παραµύθι µε ζωντανή µουσική και τη συµµετοχή των παιδιών. Ένα καραβάκι από χαρτί κι ενός παιδιού η ευχή προς τον Άγιο Βασίλη θέλουν να φτάσουν το φεγγάρι! Αρχηγός η φωτιά, δάσκαλος η γη, φίλος ο άνεµος και χορευτής το νερό φέρνουν µια σπίθα στην καρδιά, µια µαργαρίτα που ονειρεύεται τη θάλασσα, έναν όµορφο κι ελεύθερο χαρταετό, ένα κύµα που θέλει σύννεφο να γίνει και το αστέρι που ξέρει από ευχές…

Και το όνειρο καράβι, «έτσι κι έγινε» θα πει!

Μια τρυφερή ιστορία σαν από χαρτί, δυνατή σαν ευχή γεµάτη µε µελωδίες, κάλαντα και τραγούδια που αγαπάµε χρόνια τώρα…

Μουσικά όργανα ζωντανά: Κιθάρα, τζουράς, µαντολίνο, κρουστά

Συγγραφή-Σκηνοθεσία: Ελένη Βαρελτζή

Μουσική Επιµέλεια: Ελένη Βαρελτζή, Κώστας Σαλλής

Σκηνικά-Κοστούµια: Μυρτώ Κοσµοπούλου

Παίζουν: Σταυρούλα Κοντοπούλου, Καλλιόπη Μανδρέκα, Κώστας Σαλλής


Στο τέλος της παράστασης θα παίξουµε Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα από διαφορετικά µέρη της Ελλάδας και όλοι µαζί θα κάνουµε στο αστέρι µια ευχή για το Νέο Έτος.



9.10.16

Το ταξίδι του σαλιγκαριού - Ένα παραμύθι της Βάσιας Ακαρέπη


Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό δάσος, ζούσε ένα σαλιγκάρι. Εξωτερικά ήταν ένα συνηθισμένο σαλιγκάρι όπως τόσα και τόσα άλλα. Όμως μέσα του συνέβαινε κάτι διαφορετικό, τον έκαιγε μια φλόγα. Να ταξιδέψει! Ο προορισμός, που είχε θέσει στον εαυτό του ήταν η πόλη. Μια πόλη που είχε δει μόνο τα φώτα της, ένα βράδυ που κατάφερε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο δέντρο του δάσους. Τόσο τον είχε μαγέψει το θέαμα, που αμέσως είπε μέσα του «εκεί θέλω να πάω», και άρχισε να οργανώνει το ταξίδι του..
Ύστερα από λίγες μέρες κι αφού τα είχε οργανώσει όλα στην εντέλεια, ξεκίνησε. Βρήκε το μονοπάτι που θα τον οδηγούσε κατευθείαν στην πόλη και άρχισε να σέρνεται πάνω του, αργά αργά …σαλιγκαρίσια!
Οι μέρες περνούσαν. κι εκείνο εκεί, στον αγώνα του να φτάσει στην πόλη. Όταν κουραζόταν, σταματούσε λίγο να ξαποστάσει κι ύστερα πάλι ριχνόταν με καινούρια ορμή στον δρόμο. Όμως, πόση ΄’ορμή» μπορεί να έχει ένα σαλιγκάρι; Η ταχύτητά του ήταν τόσο αργή, που μερικές φορές σκεφτόταν πως δεν θα φτάσει ποτέ στον προορισμό του.. Ήταν κι αυτά τα μυρμήγκια που τον προσπερνούσαν με γρηγοράδα! Μια μέρα σταμάτησε ένα από αυτά και του είπε
«Σε ζηλεύω φίλε μου, που περπατάς τόσο γρήγορα! Αν είχα εγώ την ταχύτητά σου, θα πήγαινα στην πόλη μια ώρα αρχύτερα και δεν θα αργούσα τόσο.»
Το μυρμήγκι απόρησε. Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.
«Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη;» είπε και συνέχισε την πορεία του.
Πέρασαν κι άλλες μέρες και το σαλιγκάρι είχε αρχίσει να δυσανασχετεί με την αργοπορία του. Περνούσα πάνω από το κεφάλι του κι αυτές οι πλουμιστές πεταλούδες με τα φτερά τους και του θύμιζαν πως εκείνο ήταν αναγκασμένο να σέρνεται στο χώμα. Κάποια στιγμή, μία από αυτές προσγειώθηκε μπροστά του.
«Σε ζηλεύω φίλη μου που έχεις φτερά και πετάς! Αν είχα εγώ τα φτερά σου θα έφτανα στην πόλη μια ώρα αρχύτερα» της είπε.
«Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη;» απόρησε η πεταλούδα και πέταξε προς το κοντινότερο λουλούδι.
Το σαλιγκάρι συνέχισε την αργή του πορεία με επιμονή και θέληση. Κι άλλες μέρες πέρασαν μα η πόλη ήταν πολύ μακριά ακόμα.
Λίγο η ζέστη, λίγο οι πέτρες που του έκοβαν τον δρόμο κι έπρεπε να τις προσπεράσει σκαρφαλώνοντας πάνω τους, λίγο το ένα λίγο το άλλο, οι δυνάμεις άρχισαν να τον εγκαταλείπουν.
Ήταν κι αυτές οι ακρίδες που περνούσαν από δίπλα του πηδώντας γρήγορα! Πόσο τις ζήλευε.
Μια ακριδούλα στάθηκε για μερικά λεπτά δίπλα του για να μασουλήσει ένα φυλλαράκι.
«Σε ζηλεύω φίλη μου που έχεις μακριά πόδια και μπορείς να πηδάς τόσο μεγάλες αποστάσεις! Αν είχα εγώ τα πόδια σου θα βρισκόμουν στην πόλη με ένα και μόνο άλμα» είπε το σαλιγκάρι με παράπονο.
Η ακρίδα συνοφρυώθηκε.
«Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη!» είπε ενοχλημένη και πήδηξε μακριά του.
Το σαλιγκάρι συνέχισε την πορεία του αλλά είχε αρχίσει πια να απογοητεύεται. Μέρες περνούσαν, νύχτες περνούσαν, και η πόλη ήταν πολύ μακριά ακόμα..
Κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα να ξαποστάσει και να σκεφτεί έναν τρόπο για να πάει πιο γρήγορα στην πόλη. Όμως όσο σκεφτόταν τόσο κατέληγε σε αδιέξοδο. Ίσως να μην ήταν καλή ιδέα τελικά, ίσως έπρεπε να μείνει πίσω, στο δάσος. Ίσως τα σαλιγκάρια να μην πρέπει να κάνουν όνειρα! ‘Ολα αυτά σκεφτόταν το σαλιγκάρι μας και τα ματάκια του γέμισαν δάκρυα.
Μια κουκουβάγια που πετούσε εκεί γύρω, άκουσε τους λυγμούς του και πλησίασε.
Το σαλιγκάρι, βλέποντας την κουκουβάγια, τρόμαξε τόσο πολύ που έβγαλε μια κραυγή
«Σε παρακαλώ, μην με φάς!» της είπε.
Η κουκουβάγια γέλασε.
«Ηρέμησε, δεν θα σε φάω. Πες μου τι σε απασχολεί»
Το σαλιγκάρι άρχισε να της διηγείται όλη την ιστορία του και η κουκουβάγια τον άκουσε πολύ προσεκτικά. Μόλις τελείωσε την διήγηση, του είπε με την ήρεμη φωνή της.
«Σκούπισε τα μάτια σου κι ανέβα στην πλάτη μου. Θα σε πάω εγώ στην πόλη.. Αλλά πρώτα θα σου δείξω κάτι!»
Η χαρά του σαλιγκαριού ήταν μεγάλη. Επιτέλους θα τον βοηθούσε κάποιος… Ανέβηκε στην πλάτη της κουκουβάγιας, χωρίς δεύτερη σκέψη και η πτήση τους ξεκίνησε..
Όταν κόντευαν να φτάσουν, η κουκουβάγια έκανε μια στάση σε ένα ψηλό δέντρο που δέσποζε στην είσοδο της πόλης.
«Γιατί σταματήσαμε εδώ;» απόρησε ο μικρός ταξιδιώτης
«Κοίτα! Κοίτα κάτω! » του είπε η κουκουβάγια και του έδειξε τον δρόμο «Τι βλέπεις;»
«Τίποτα!.. Μόνο χώμα και πέτρες»είπε το σαλιγκάρι.
«Και τώρα κοίτα εκεί! Τι βλέπεις;» είπε και του έδειξε λίγο πιο πέρα προς το σημείο από όπου είχαν έρθει.
«Είναι η πέτρα από όπου με πήρες.» είπε το σαλιγκάρι.
«Και τώρα κοίταξε πιο μακρυά πίσω από την πέτρα αυτή. Κοίτα προς το δάσος. Τί βλέπεις;»
Το σαλιγκάρι έριξε το βλέμμα του πάνω στο μονοπάτι το οποίο ξεκινούσε από το δάσος κι έφτανε μέχρι την πέτρα. Κι έτσι όπως έπεφτε επάνω του ο ήλιος…είδε…. Κάτι να γυαλίζει! Μια μακριά ασημένια κλωστή που ξεκινούσε από το δάσος κι έφτανε μέχρι το σημείο που είχε συναντηθεί με την κουκουβάγια.. Και μετά η γραμμή κοβόταν απότομα.
«Τί είναι αυτή η ασημένια γραμμή;» απόρησε το σαλιγκάρι.
«Είναι η πορεία σου! Κοίτα πόσο δρόμο έκανες μόνος σου, με την δική σου προσπάθεια. Κοίτα πως η διαδρομή σημαδεύτηκε από την γραμμή που άφησες πίσω σου.. Δεν είναι όμορφη αυτή η ασημένια γραμμή; Είναι δική σου. Εσύ την δημιούργησες. Και τώρα κοίτα την πορεία σου από την πέτρα ως εδώ.. Δεν φαίνεται να έχεις διανύσει αυτή την απόσταση. Δεν έχει τίποτα που να θυμίζει πως πέρασες αυτόν τον δρόμο. Γιατί τον διάνυσες άκοπα, επάνω στα φτερά μου. Αυτό ήθελα να σου δείξω. Και τώρα πάμε στην πόλη, σε έφερα στον προορισμό σου.» είπε η κουκουβάγια και ξεκίνησε.
«Σταμάτα! Δεν θέλω να με πας στην πόλη.» είπε το σαλιγκάρι.
«Άλλαξες γνώμη;»
«Όχι! Στην πόλη θα πάω, αλλά θα πάω μόνος μου! Θέλω να με πας πίσω στην πέτρα που συναντηθήκαμε.» είπε ο ταξιδιώτης και η κουκουβάγια ακολούθησε την επιθυμία του..
Τον πήγε πίσω στην πέτρα και τον αποχαιρέτησε εγκάρδια.
«Καλό δρόμο φίλε μου! να προσέχεις!» του είπε.
«Σε ευχαριστώ για όλα!» απάντησε το σαλιγκάρι και συνέχισε την αργή του πορεία προς την πόλη.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν έφτασε στον προορισμό του. Κανείς δεν έμαθε ποτέ, γιατί ήταν τόσο σημαντικό για ένα σαλιγκάρι να φτάσει στην πόλη.. Αυτό που όλοι είδαν και συνεχίζουν να βλέπουν αιώνες τώρα… είναι αυτές οι λεπτές ασημένιες πολύτιμες κλωστές που δείχνουν πως από αυτόν τον κόσμο πέρασαν ονειροπόλα πεισματάρικα σαλιγκάρια!


1.10.16

Το υπέροχο παραμύθι του Σελ Σίλβερσταϊν "Το δέντρο που έδινε"


Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά… και αγαπούσε ένα αγοράκι. Κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε τον βασιλιά του δάσους.

Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα.

Παίζανε και κρυφτό…κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.Το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά… πάρα πολύ κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα πέρασαν τα χρόνια και το αγόρι μεγάλωσε. Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.

Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε: «Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου από κάτω και να 'σαι ευτυχισμένο».

«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν' αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;».

«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα 'χεις λεφτά και θα 'σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί… και η μηλιά ήταν λυπημένη.

Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ” τη χαρά της κι είπε: «Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να 'σαι ευτυχισμένο».

«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;» «Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά.

«Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα 'σαι ευτυχισμένο». Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά – καλά δεν μπορούσε.

«Έλα, αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις».

«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω» είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;».

«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά…και να 'σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη… μα όχι πραγματικά. Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.

«Λυπάμαι, αγόρι », είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω… Δεν έχω μήλα». «Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι. «Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά.

«Δεν μπορείς να κάνεις κούνια…» «Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι. «Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις..»

«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι… μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι…»

«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».

«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις.Έλα, αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».

Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε. Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη...

7.9.16

"Η πριγκίπισσα και ο Βάτραχος" στο Ναύπλιο


Η Παιδική Σκηνή του ΓΙΑΝΝΗ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ παρουσιάζει το παιδικό θεατρικό έργο "Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΚΑΙ Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ" των Αδερφών Γκριμ.

Μικροί και μεγάλοι θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν ένα πραγματικά μαγικό θέαμα στο Θεατράκι του ΟΣΕ στο Ναύπλιο, σήμερα Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου, στις 9 το βράδυ. 


10.6.16

Παρουσίαση 2 παραμυθιών μετά μουσικής στο Ουρανοκατέβατο


Το Ουρανοκατέβατο και οι εκδόσεις «οσελότος» μας προσκαλούν στην παρουσίαση των δύο βραβευμένων παραμυθιών της συγγραφέως Στέλλας Αρβανίτη «Η Ιστορία ενός μικρού ονείρου. Καρίμ» και «Τα δάκρυα της ζωής», την Κυριακή, 12 Ιουνίου, στις 6.30 μ.μ. στον χώρο του Ουρανοκατέβατου (Όθωνος 7, Ναύπλιο).

Την παρουσίαση συνοδεύει με μουσική η Ιωάννα Χρυσανθοπούλου.

Η είσοδος είναι δωρεάν για τα παιδιά και 3 ευρώ για τους ενήλικες.

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Λία Χριστοδούλου 2752097863 και 6977475916
email: uranokatevato@gmail.com

5.6.16

Τα συναισθήματα του ανθρώπου – Παραμύθι από το Περού


Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.

Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία της πρότεινε να παίξουν κρυφτό.
Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: «Τι είναι το κρυφτό;».
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια-την οποία δεν την ενδιάφερε ποτέ τίποτα-να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και ο Άνανδρος δεν ήθελε να ρισκάρει.

«Ένα, δύο, τρία» άρχισε να μετράει η Τρέλα.

Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.

«….1000″ μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.

Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία. Ένιωσε τον «ρυθμό» του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί. Σιγά σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.

Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογγητό πόνου.
Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πληγώσει τα μάτια. Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.

Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει.

10.5.16

Ό,τι συμβαίνει είναι για το καλό μας…


Στην μακρινή μας Ινδία διηγούνται ένα παραμύθι, απ’ αυτά που σου αφήνουν κάποιο χαμόγελο, γιατί έχουν ένα αναπάντεχα διδακτικό τέλος.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας αυτοκράτορας, που είχε διαλέξει σαν προσωπικό του σύμβουλο ένα πολύ σοφό γέροντα που όμως είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, συνεχώς επαναλάμβανε, «ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου… ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου»…

Ο αυτοκράτορας όμως παρόλο που το «ελάττωμα» του σοφού τον εκνεύριζε, τον κρατούσε κοντά του γιατί οι συμβουλές και η σοφία του, τού ήταν πολύ χρήσιμα και γι΄ αυτό το λόγο, τον έπαιρνε πάντα μαζί του, ειδικά όταν απομακρυνόταν από το παλάτι.

Μια βροχερή μέρα, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να καλλωπιστεί και αφού τον έπλυναν οι γυναίκες της αυλής, ζήτησε από τον κουρέα να τον ξυρίσει και να του κάνει μανικιούρ.

Την ώρα όμως που ο κουρέας του έκοβε τα νύχια, ακούστηκε ένας κεραυνός τόσο δυνατός που ο αυτοκράτορας και ο κουρέας τρόμαξαν τόσο πολύ που ο κουρέας έκοψε το μικρό δαχτυλάκι του αυτοκράτορα… Κραυγές, πόνου και θυμού κυρίευσαν τον αυτοκράτορα που έπεσε πάνω στον κουρέα με μεγάλη οργή: «Γρήγορα στην φυλακή, ανάξιε, έκοψες το δάχτυλο του αυτοκράτορα, θα σαπίσεις μέσα στην φυλακή για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου!» Τότε επενέβη ο σοφός γέρος και άρχισε πάλι να επαναλαμβάνει: «ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου…, ότι σου συμβαίνει είναι για το καλό σου»…

Ο αυτοκράτορας γεμάτος οργή, φώναξε: «Φτάνει πια, με αυτές τις ανοησίες, σε βαρέθηκα όλα αυτά τα χρόνια και εσύ στην φυλακή, έτσι θα μπορείς ν’ ακούς μόνος σου τις βλακείες σου μέχρι το τέλος της ζωής σου!»



Την επόμενη μέρα ο αυτοκράτορας, για να ξεθυμώσει και να χαλαρώσει, αποφάσισε να πάει κυνήγι στο δάσος, βέβαια μόνος του, μια και είχε φυλακίσει τον γέροντα σοφό που συνήθως τον ακολουθούσε παντού. Ενώ βρισκόταν στο δάσος, ξαφνικά τον περικύκλωσαν οι πολεμιστές-αιρετικοί της θεάς Κάλι, τον συνέλαβαν και ήταν πολύ ευτυχισμένοι που βρήκαν ένα θύμα για να το θυσιάσουν στην θεά τους.
Ο αυτοκράτορας, φώναξε, ούρλιαξε, παρακάλεσε, αλλά τίποτα. Εκείνοι είχαν αποφασίσει να τον θυσιάσουν στη θεά Κάλι που ήταν η θεά του κακού και γιόρταζε εκείνη τη μέρα. Τον έντυσαν λοιπόν με το ειδικό ράσο, τον άλειψαν με το ιερό τους λάδι, τον έδεσαν στον βωμό και ενώ ο αρχηγός ήταν έτοιμος να του μπήξει το μαχαίρι στην καρδιά, είδε, με τρόμο, πως από το θύμα έλλειπε ένα μέλος- το μικρό του δαχτυλάκι, βρίζοντας και φτύνοντας τον έλυσε, γιατί δεν επιτρεπόταν να θυσιάσουν κάποιον που δεν ήταν αρτιμελής και έτσι τον άφησαν να φύγει…

Ακόμα ζαλισμένος, ο αυτοκράτορας γρήγορα έτρεξε στο παλάτι του και στο δρόμο κατάλαβε τι είχε γίνει,ο σοφός γέροντας είχε δίκιο και ευτυχώς που σε εκείνο το ατύχημα τού έκοψε ο κουρέας το δάχτυλο και έτσι σώθηκε η ζωή του. Τι σημασία είχε ένα δαχτυλάκι λιγότερο μπροστά στον κίνδυνο που είχε διατρέξει; Καλύτερα ζωντανός και με ένα δάχτυλο λιγότερο παρά νεκρός!

Φτάνοντας στο παλάτι ο αυτοκράτορας, πήγε αμέσως στις φυλακές και ελευθέρωσε τον κουρέα και μετά πήγε στον σοφό γέροντα, μπήκε στο κελί τον αγκάλιασε και του είπε: «Φίλε μου, συγχώρεσε με, για το κακό που σου έκανα, τι τυφλός που ήμουνα. Με συνέλαβαν οι αιρετικοί της θεάς Κάλι και ενώ ήταν έτοιμοι να με θυσιάσουν, είδαν πως μου έλειπε το μικρό μου δαχτυλάκι και με άφησαν να φύγω, είχες δίκιο φίλε μου, «ότι μας συμβαίνει είναι για το καλό μας!» Συγχώρεσε με φίλε μου, θα είσαι πάντοτε κοντά μου και όλο το βασίλειο σου ανήκει…

Αλλά τώρα πες μου σε παρακαλώ πολύ, εσύ, που σε έβαλα φυλακή, «που είναι το καλό που συνέβηκε σε σένα;» Με ηρεμία ο γέροντας κοίταξε τον αυτοκράτορα και του απάντησε: «Βλέπετε εξοχότατε, εάν δεν με είχατε φυλακίσει θα σας είχα συνοδέψει, όπως πάντα, στο κυνήγι σας στο δάσος και σε εμένα δεν λείπει κανένα δάχτυλο…! «Ότι μας συμβαίνει είναι για το καλό μας».


Πηγή: diaforetiko.gr

9.5.16

Ο παλιάτσος - Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά



Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποια μακρινή πόλη κάπου στα έγκατα της Κεντρικής Ευρώπης μια κοπέλα όμορφη πολύ, ανεξάρτητη και κοινωνικά καταξιωμένη. Το όνομά της ήταν Νεφέλη και ζούσε φτιάχνοντας κούκλες για κουκλοθέατρο.

Τον πρώτο καιρό έφτιαχνε πολλές κούκλες πανέμορφες που τις αγαπούσαν όλοι όσοι τις αγόραζαν. Η ικανότητά της να μεταφέρει σε αυτές, κάμποση από τη γλυκύτητα της ήταν χαρακτηριστική.

Πολλοί γονείς και παιδιά σύχναζαν κάθε μέρα στο όμορφο μικρό μαγαζάκι της γυρεύοντας κάποιο δώρο, ένα φίλο, κάτι να μοιράζονται όσα δεν μπορούσαν να χωρέσουν μέσα τους και πάντα έφευγαν χαρούμενοι γιατί πάντα έβρισκαν αυτό που ζητούσαν.

Η ζωή της Νεφέλης στη μικρή της πόλη κυλούσε ήρεμα για πολλά χρόνια με αυτούς τους ρυθμούς. Τον Σεπτέμβρη όμως της χρονιάς που δεν άνθισαν οι μυγδαλιές στη χώρα εκείνη, συνέβη κάτι που άλλαξε τη ζωή όλων στη μικρή εκείνη πόλη.

Η Νεφέλη το προηγούμενο βράδυ είχε κατασκευάσει μετά από πολλή δουλειά έναν παλιάτσο κούκλο, διαφορετικό από τους άλλους. Αυτός της φαινόταν πιο άσχημος από τις άλλες κούκλες της γιατί δεν είχε το χρόνο να τον κάνει το ίδιο όμορφο.

Πρόχειρα έφτιαξε το σώμα του, γιατί νύσταζε κιόλας, έκοψε λίγο τη μύτη του γιατί άκουσε μια φωνή από το δρόμο που τη τρόμαξε, χρησιμοποίησε μάλιστα και μικρότερο κομμάτι από κάποιο ξύλο που τις είχε απομείνει από άλλη κατασκευή.

Κι έτσι τον άφησε στην άκρη από κάποιο ράφι του μαγαζιού. Οι μέρες κυλούσαν και κανείς δεν τον αγόραζε γιατί ήταν άσχημος πολύ δίπλα σε όλες τις υπόλοιπες πανέμορφες κούκλες που κάθονταν δίπλα του και στόλιζαν το μαγαζί.

Και τα χρόνια και η σκόνη πάνω του μαζεύονταν και έκρυβαν κάπως την ασχήμια του. Ήταν όμως τόσος κακοφτιαγμένος αυτός ο παλιάτσος που και πάλι κανείς δε βρισκόταν να τον προτιμήσει. Και ενώ κούκλες και κούκλες άλλαζαν και έφευγαν από τα ράφια αυτός παρέμενε πιο μόνος και σκονισμένος στην ίδια θέση.

Αφού λοιπόν πέρασαν πάνω από δεκατέσσερα χρόνια της είπε ένα βράδυ που η ίδια μόλις είχε κλείσει το μαγαζάκι της. - Εεεε Νεφέλη! Εκείνη γύρισε το κεφάλι στο μέρος του και όλο γλύκα τον ρώτησε τι θέλει.

- Χάρισε με κάπου. Δώσε με σε κάποιον που θα με θέλει μα δεν μπορεί να με αγοράσει. Σου πιάνω άδικα τόσο χώρο στο ράφι για τόσα χρόνια Αν με δώσεις κάπου θα κάνεις κάποιο παιδάκι πολύ χαρούμενο.

Εγώ είμαι τόσο άσχημος και γερασμένος που δεν θα με αγοράσει κανείς. Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτε από μένα. Χάρισε με λοιπόν σε κάποιο φτωχό παιδάκι και θα μας κάνεις και τους δυο χαρούμενους.

- Να σε δώσω; Μα εσύ είσαι δικός μου. Εγώ σε έφτιαξα

- Δε μ’ αγαπάς όμως. Κάποιος άλλος μπορεί να με αγαπήσει. Δώρισε με λοιπόν...

- Τι είναι αυτά που λες; Εγώ δε σε αγαπώ; Αν δε σε αγαπούσα θα σε είχα πετάξει στα σκουπίδια, θα είχα βάλει άλλες κούκλες στη θέση σου, δε θα ένιωθα τίποτα για σένα.

- Δε μ’ αγαπάς Νεφέλη. Η όψη μου άλλαξε από τη σκόνη και νομίζεις πως είμαι ακόμη ίδιος. Δε μ’ άφησες να δω τη λαχτάρα ενός παιδιού για να με κρατήσει στην αγκαλιά του, να κοιμηθεί δίπλα μου, να μου πει τα μυστικά του...

- Παρόλα σου όμως τα προβλήματα εγώ με την αγάπη μου σε κράτησα τόσα χρόνια σε τούτο το ράφι δίνοντάς σου την ευκαιρία κάποιος να σε αγοράσει. Άλλος στη θέση μου θα σε είχε πουλήσει...

- Δεν είμαι προϊόν. Δεν με θέλει κανείς γιατί εσύ με έφτιαξες έτσι. Όμως έτσι είμαι. Αυτό δεν αλλάζει. Κάποιο παιδί που του λείπουν τα πιο απλά και δε τα μετρά όλα από το πόσο εμπορικό είναι αυτό που φαίνομαι μπορεί να με αγαπήσει. Χάρισέ με σε παρακαλώ...

Άσε σε κάποιον την ευθύνη να με αγαπήσει και να τον αγαπήσω. Αφού εσύ δεν μπορείς άσε με να κάνω τη δική μου και τη ζωή κάποιου άλλου ομορφότερη. Σε παρακαλώ...

- Την ευθύνη για το που θα καταλήξεις τη έχω εγώ. Κι εγώ σε αγαπώ πιο πολύ απ’ τον καθένα... 

- Πιο πολύ μπορεί, πιο όμορφα όμως όχι, δεν μ’ αγαπάς.

Ο παλιάτσος κούκλος έκλεισε τα μάτια θλιμμένος μες στη σκόνη του. Δεν ένιωθε πια αγάπη για την καλή του Νεφέλη γιατί δεν ένιωθε πως την αγαπούσε κι η ίδια. Εκείνο το βράδυ δεν μίλησε με καμιά άλλη κούκλα στο ράφι.

Είχε κουραστεί πια να γνωρίζει κούκλες για μια δυο μέρες κι έπειτα να φεύγουν από τη ζωή του γιατί κάποιος πλήρωσε για να δώσει κάπου χαρά. Για πρώτη φορά στη ζωούλα του δεν είχε κάπου να ελπίσει. Ένιωθε πως η ζωή του όλη θα χαριζόταν στο σαράκι που με τα χρόνια θα πέρναγε τη σκόνη και θα επισκεπτόταν ό,τι είχε μείνει από τα σωθικά του.

Η Νεφέλη για πρώτη φορά στη ζωή της δάκρυσε. Είχε περάσει τα πιο όμορφα χρόνια της ανάμεσα σε κούκλες σε παιδιά και γονείς που την αγαπούσαν. Πρώτη φορά της έλεγαν τέτοια λόγια.

Το βράδυ όλο δεν κοιμήθηκε. Είχε την ευθύνη, ένιωθε ελεύθερη, μιλούσε για αγάπη.

Την επόμενη μέρα η θέση του άσχημου παλιάτσου κούκλου στο ράφι ήταν άδεια.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ που κατέληξε. Σε κανέναν δεν έλειψε και κανείς δε ρώτησε τι απέγινε.

Οι μόνοι που ήξεραν ήταν η Νεφέλη, ο άσχημος παλιάτσος και το πρώτο παιδάκι που εκείνη τη μέρα πέρασε έξω από το μαγαζί.



Πηγή: yponeirwn.blogspot.gr
Thessaloniki Arts and Culture

7.5.16

Το παραμύθι που δεν είχε τέλος (του Κώστα Βάρναλη)


Ζούσε κάποτε πέρα στην Ανατολή ένας τεμπέλης βασιλιάς. Δεν έκανε καμιά δουλειά. Ολημερίς ξαπλωμένος σε ντιβάνι με πολλά μαλακά μαξιλάρια, έβαζε να του λένε παραμύθια κι αυτός άκουε μαχμουρλίδικα.
  Αμολούσε σ’ όλο του το βασίλειο πλήθος αυλικούς να μαζεύουνε και να στέλνουνε στο παλάτι όσους ξέρανε παραμύθια, άντρες ή γυναίκες, γέρους ή νέους, ντόπιους ή ξένους. Γιατί δε χόρταινε ν’ ακούει. Όταν τέλειωνε το παραμύθι, έπεφτε σε βαθιά πλήξη και δυστυχία. Γι’ αυτό ήθελε πάντα το ένα παραμύθι ν’ ακολουθάει το άλλο. Ακόμα κι όταν έτρωγε κι έπινε ή έπαιρνε το μπάνιο του στη χαβούζα* του παλατιού, ήθελε ν’ ακούει παραμύθια. Μονάχα αργά πολύ, μετά τα μεσάνυχτα, όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, τότε σιωπούσανε κι οι παραμυθάδες και, πατώντας στα νύχια τους απάνω στα παχιά κιλίμια, φεύγανε σιγά σιγά να πάνε να ξεκουραστούνε κι αυτοί, οι βασανισμένοι!
  Όσο πιο μεγάλο και μπερδεμένο ήταν το παραμύθι, τόσο περισσότερο του άρεσε. Ήταν παραμύθια που βαστούσανε μέρες και βδομάδες ολάκερες. Μα όσο μεγάλα και να ήτανε, ερχότανε επιτέλους η ώρα τους να τελειώσουν. Ε, τότε ο βασιλιάς γινότανε τρομερά δυστυχής. Αρρωστούσε, που έλεγες πως θα πεθάνει.
  Είδε κι απόειδε αυτός, η δωδεκάδα του (το συμβούλιό του) κι ο γιατρός του, αποφασίσανε όλοι μαζί να στείλουνε τελάληδες* σ’ όλες τις επαρχίες και σε όλα τα χωριά του βασιλείου, να διαλαλήσουνε:
  – Όποιος ξέρει ένα παραμύθι που να μην τελειώνει ποτέ, ας παρουσιαστεί να το πει του πολυχρονεμένου βασιλιά, κι αυτός θα του δώσει ένα σακί φλουριά και την κόρη του για γυναίκα.
  Όσοι ακούγανε αυτά τα λόγια, αστράφτανε τα μάτια τους από τον πόθο να γίνουνε πολύ πλούσιοι και να παντρευτούν τη βασιλοπούλα. Κι όλοι νομίζανε πως θα τα καταφέρνανε να διηγηθούνε παραμύθι χωρίς τέλος. Το κάτω της γραφής, αν αποτυχαίνανε, δε θα είχανε να χάσουνε τίποτα.
  Μα οι τελάληδες προσθέτανε στο τέλος:
  – Όποιος όμως δε τα καταφέρει να διηγηθεί το ατέλειωτο παραμύθι, τότε ο βασιλιάς θα του κόψει το κεφάλι!
  Όταν ακούγανε αυτήν την ποινή, τους έπιανε τρόμος και φόβος. Τότε νιώθανε πως ο βασιλιάς δε ζητούσε εύκολο πράμα. Και λέγανε συναμεταξύ τους:
  – Αδύνατα πράγματα ζητάει.
  Ωστόσο παρουσιαστήκανε στο βασιλιά δυο τρεις αποφασισμένοι ή να κερδίσουνε το στοίχημα ή να χάσουνε το κεφάλι τους. Ο πρώτος, που δοκίμασε να πει το ατέλειωτο παραμύθι, μπόρεσε να το βαστάξει τρεις μήνες. Μα ύστερα η φαντασία του είχε στερέψει. Μασούσε τα λόγια του, δεν έβρισκε τίποτα να πει και έτσι έχασε το κεφάλι του.
  Τότε οι άλλοι δυο φοβηθήκανε κι ούτε καν τολμήσανε ν’ αρχίσουνε. Φύγανε, κι ευχαριστούσανε μάλιστα το Θεό που γλυτώσανε απ’ του Χάρου τα δόντια.
  Πέρασε πολύς, πάρα πολύς καιρός, και κανένας δεν ερχόταν στο παλάτι γι’ αυτή τη δουλειά.
  Όπου νά σου μια μέρα και παρουσιάζεται ένας ξένος –από πού ήταν, κανένας δεν ήξερε. Μα η εξυπνάδα του και το θάρρος του ήταν μεγάλα.
  – Μεγάλε βασιλιά, είπε, αφού έκανε τον απαραίτητο τεμενά.* Άκουσα πως δίνεις μεγάλη αμοιβή σε κείνον που θα σου διηγηθεί ένα παραμύθι χωρις τέλος. Του δίνεις ένα σακί φλουριά και τη βασιλοπούλα. Είναι αλήθεια;
  – Αλήθεια, απάντησε ο βασιλιάς. Αν όμως δεν πετύχει, τότε του παίρνω το κεφάλι.
  – Το ξέρω κι αυτό, είπε ο ξένος. Κι είμαι αποφασισμένος να σου διηγηθώ εγώ μια ιστορία που δεν τελειώνει.
  – Περιμένω ν’ αρχίσεις, είπε ο βασιλιάς και ξαπλώθηκε στον καναπέ απάνω στα πολλά μαξιλάρια.
  Τότε ο ξένος στρογγυλοκάθισε στο πάτωμα απάνω στο κιλίμι μπροστά στο βασιλιά κι άρχισε:
  «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς, που μάζεψε όλο το σιτάρι της απέναντι χώρας του και το κλείδωσε σε μιαν αποθήκη τόσο μεγάλη, που για να πας από την μιαν άκρη της έως την άλλη θα έπρεπε να περπατάς από το πρωί ίσαμε το βράδυ.
  »Μια μέρα έπεσε στην πρωτεύουσα ένα μαύρο σύννεφο ακρίδες τόσο μεγάλο, που σκοτείνιασε ο ήλιος κι όλοι νομίσανε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Γιατί γεμίσανε οι δρόμοι, τα σπίτια, ο αέρας, από ακρίδες τόσο πυκνές, που δεν μπορούσες ν ’ανασάνεις.
  »Αυτές οι αμέτρητες ακρίδες, αφού φάγανε όλα τα αμπέλια και τα δάση και δε χορτάσανε, μυριστήκανε τελευταία και την αποθήκη του σιταριού. Μα η αποθήκη ήταν πολύ καλά κλεισμένη από παντού, κι όχι μονάχα δεν είχε παράθυρα ή καμινάδες, μα ούτε και καμιά σκισμάδα για να μπορέσουνε να τρυπώσουνε μέσα και να φάνε το σιτάρι.
  »Κάμποσες μέρες φέρνανε βόλτα γύρω στην αποθήκη και κοιτάζανε με προσοχή όλες τις μεριές, μπας και βρεθεί πουθενά καμιά τρυπίτσα ή καμιά χαραμάδα. Μα επιτέλους μια τυχερή ακρίδα ανακάλυψε στην ανατολική πλευρά της αποθήκης μια μικρούλα σκισμάδα, που μόλις χωρούσε μοναχή της. Μπήκε το λοιπόν μέσα, πήρε ένα σπειρί σιτάρι και βγήκε.
  »Άμα βγήκε αυτή, μπήκε μια δεύτερη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα δεύτερο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια τρίτη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα τρίτο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Ύστερα μπήκε μια τέταρτη ακρίδα και πήρε ένα τέταρτο σπειρί σιτάρι, κι άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια πέμπτη ακρίδα κτλ…»
  Περάσανε μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, κι ο ξένος αξακολουθούσε να λέει από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο πράμα:
  «Ύστερα μπήκε μια άλλη ακρίδα και πήρε άλλο σπειρί σιτάρι. Άμα βγήκε αυτή, μπήκε άλλη ακρίδα και πήρε ένα άλλο σπειρί σιτάρι…»
  Περάσανε έτσι δυο χρόνια κι ο ξένος έλεγε και ξανάλεγε από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο χαβά.* Ο βασιλιάς στενοχωριότανε πολύ, ώσπου μια μέρα τονε ρώτησε θυμωμένος:
  – Δε μου λες, πόσον καιρό αυτές οι ακρίδες θα μπαίνουνε και θα βγαίνουνε;
  – Μα, βασιλιά μου πολυχρονεμένε, ώς τώρα οι ακρίδες αδειάσανε μια πιθαμή σιτάρι από την αποθήκη. Και μένουνε ακόμα τριακόσιες πιθαμές και μιλιούνια ακρίδες. Ίσως μετά εξακόσια χρόνια θα κατορθώσουν να μπούνε στην αποθήκη όλες οι ακρίδες μια μια και ν’ αδειάσουνε το σιτάρι. Και πάλι βλέπουμε…
  Τότε πια ο βασιλιάς δε βάσταξε. Γούρλωσε τα μάτια του, τινάχτηκε από το ντιβάνι και ξεφώνισε με όλη του τη δύναμη:
  – Καταραμένε άνθρωπε. Θα με τρελάνεις! Άι στο καλό! Έχασα το στοίχημα! Πάρε το σακί τις λίρες και την κόρη μου κι άφησέ με ήσυχο.
  Έτσι ο έξυπνος αυτός ξενοτοπίτης πήρε τα χρήματα, πήρε τη βασιλοπούλα κι έγινε και διάδοχος του θρόνου.
  Ο βασιλιάς είχε γεράσει πολύ κι ευχαριστιότανε τώρα ν’ ακούει παραμύθια κι ιστορίες που είχανε τέλος. Κάθε τόσο συνήθιζε να λέει:
  – Είμαι ευχαριστημένος, που έμαθα πως μονάχα οι ιστορίες που τελειώνουν είναι όμορφες κι έχουνε ενδιαφέρον.
  Άμα πέθανε, έγινε βασιλιάς ο έξυπνος γαμπρός του. Και το κράτος ευτύχησε. Μα οι ιστορικοί δε συμφωνήσανε ακόμα από ποιον τόπο ήταν αυτός ο ξένος.


* χαβούζα: δεξαμενή.
* τελάλης: κήρυκας.
* ο τεμενάς: η υπόκλιση.
* χαβάς: τραγούδι, τα ίδια λόγια.


(Aπό το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)